Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

"Άρον τον φραπέ σου, και περιπάτει..." του Γιώργου Χατζηγιώργη

Σήμερα παραθέτω ένα άρθρο που προχωρεί σε μερικούς προβληματισμούς που συχνά έρχονται και στο δικό μου μυαλό. Θα βρείτε το άρθρο εδώ

Του φίλου Γιώργου Χατζηγιώργη: 


Φίλε αναγνώστη
Σε πιάνει καµιά φορά το µάτι µου να βρίζεις προέδρους, διευθυντές, δηµάρχους, θεούς και δαίµονες, την κακοτυχιά σου, τη «ζαριά» σου, τη φαντασία την «πλανεύτρα», τη ζωή την «ψεύτρα», το σύµπαν που µας καλόµαθε «µε τις συνωµοσίες του»….
Σ’ ακούω µέρες τώρα, να «τα χώνεις» µε µανία στους ψεύτες τους πολιτικούς.
Σε διαβάζω µέρες τώρα, να σου φταίνε όλοι … Πολιτικοί, δεσποτάδες, παπάδες, βουλευτάδες, δήµαρχοι, υπουργοί, γραµµατείς υπουργών, οδηγοί υπουργών, δηµόσιοι υπάλληλοι, οι τραπεζοϋπάλληλοι, ο «Ερµής που ‘ναι ανάδροµος» …
Συ δεν ήσουν που σπάνια σ’ ενδιέφερε τι συµβαίνει γύρω σου; Αν ο υπόλοιπος κόσµος διψά ή πονά ή καίγεται ή πεθαίνει;
Συ δεν ήσουν που σου χτύπησα την πόρτα να σου µιλήσω για την Κύπρο µας, την οικονοµία της, την ανεργία που γιγαντώνεται, τη µάστιγα των ναρκωτικών που εξαπλώνεται, και εσύ µε έδιωχνες κρατώντας το µοχλό του play station στο χέρι;
Συ δεν ήσουν που καταχρεώθηκες, για να χτίσεις τη σπιταρόνα σου α λα «το γείτονα»;
Συ δεν ήσουν που πολιτευόσουν µια ζωή στη βάση του γνωστού κυπριακού δόγµατος «κατά κύρη, κατά γιο, κατ΄ εγγονό»;
Συ δεν ήσουν ρε µάγκα µου που έβαλες «µέσον» για να περάσεις µπροστά στη σειρά του νοσοκοµείου, για να προσλάβουν το γιο σου στο δηµόσιο, για να προαχθείς µε την ιδιότητα του «συντρόφου» ή του «συναγωνιστή», για να σβηστεί το πρόστιµο που σου «έκοψε» ο «βλαξ» ο αστυνοµικός; Για σκέψου το και λίγο πιο λογικά: Εδώ δεν τιµωρείσαι εσύ, θα τιµωρηθεί ο πολιτικός;
Σε θυµάµαι ως δικηγόρο, να φοροδιαφεύγεις κατ’ επάγγελµα!
Σε θυµάµαι ως γιατρό, να χρεώνεις «50 ευρώ κάθε µου βαθιά ανάσα», αλλά στο κράτος να δίνεις «ψίχουλα»!
Σε θυµάµαι ως γεωργό να «τα κρύβεις» µια ζωή από το κράτος αλλά πάντα στις καταστροφές, απαιτούσες το επίδοµα από το «ηλίθιο» το κράτος!
Σε θυµάµαι ως πολίτη να τρέχεις ξοπίσω τους πολιτικούς, να τους ταΐσεις, να τους ποτίσεις, να στέκεσαι πίσω τους να σε δείξει ο φακός της τηλεόρασης, και δωσ’ του οι χειραψίες, και δωσ΄ του οι ασπασµοί, και δωσ’ του εκείνα τα ψεύτικα αηδιαστικά χαµόγελα της αυλο-κολακίας!
Σε θυµάµαι πάντα ως «επαναστάτη του καναπέ», «ξερόλα» του facebook, να ψηφίζεις άκριτα τους ίδιους και τους ίδιους, λες και όλους αυτούς «δεν τους έχει ο κόσµος όλος».
Το τέρας, φίλοι µου, που σήµερα µας τρώει τα σωθικά, αυτό που άλλοι το λένε «διαπλοκή», άλλοι το λένε «κόµµατα», κι άλλοι το λένε «σύστηµα», δεν είναι οι αρχαίοι χαιρέκακοι θεοί που µας το στείλανε, ούτε οι εκάστοτε «ευγενείς» που διαφεντεύουν τον κόσµο, ούτε καν εκείνη η κάστα των «κολίγων» που «ψηλαφίζουν» την εξουσία … Εµείς τ’ αφήσαµε να θεριέψει, εµείς το συντηρήσαµε, εµείς το εκθρέψαµε! Το εξέθρεψε ο αδηφάγος υλισµός, κι ένας αβυσσαλέος ευδαιµονισµός. Το εξέθρεψε η εµπάθεια, ο δόλος, η ιδιοτέλεια. Η µεγαλοµανία µας και η ξενοµανία µας …
Η ξενοµανία όµως µάς εξαπάτησε! Η αγραµµατοσύνη µάς εξέθεσε! Η κενοδοξία µας, λάθεψε!Και δεν είναι ούτε το στραβό ξύπνηµα του πρωινού, ούτε γιατί δεν «κτύπησα γκόµενα» χθες βράδυ». ∆εν είναι ούτε κοµπορρηµοσύνη, ούτε κάποιος λανθάνων κοµπλεξισµός που πυροδοτεί αυτό τον κυνισµό µου σήµερα – παρεξηγήσιµα γενικός, επικίνδυνα αφοριστικός, οριακά ισοπεδωτικός. Είναι το παράπονο που µε πιάνει καµιά φορά για ένα λαό, που ‘χε για να απολαµβάνει την απεραντοσύνη της αξιοπρέπειας του έθνους του και που σύρθηκε ανεκδιήγητα, µέσα σ’ αυτή τη δίνη του παραναλώµατος του πιο χονδρού ευδαιµονισµού. Για ένα λαό που κοίταξε «πιο πέρα από την καθηµερινή την έγνοια του» και έφτασε στο σηµείο να «χειροκροτεί» αποχαυνωµένος τους «σταυρωτές» του!
Η σήψη έχει διαβρώσει τα πάντα: κοινωνία, οικογένεια, θεσµούς, αξίες ιδανικά. Η ιδιοτέλεια και το κέρδος είναι οι υπέρτατες αξίες. Και καθώς τριγυρνούσαµε από τραπέζι σε τραπέζι, από συναυλία σε συναυλία, από πάρτι σε πάρτι, «πετύχαµε» έναν ακραία προωθηµένο εκµαυλισµό, εκθεµελιώνοντας από την ιδιοσυγκρασία µας όλα εκείνα τα στοιχεία που είχε ο λαός µας ανά τους αιώνες για να ανθίσταται στις κάθε είδους επιβουλές. «Πετύχαµε» να «ξεθωριάσει» από τ’ αρχέτυπο του Έλληνα της Κύπρου το φιλότιµο και η συνείδηση του ιστορικού του χρέους. Σ’ έναν τόπο που µόνο στη σειρά στην τουαλέτα δε συνηθίζεται το «µέσον», διερωτώµαι καµιά φορά., πώς αντέξαµε 53 χρόνια να χρεοκοπήσουµε. Μέσα σ’ αυτήν «την πληµµυρίδα της απαξίας» και της «πνευµατικής ασχήµιας», οι γείτονες Παλαιστίνιοι να ρίχνουν πέτρες, και ‘συ ρε Κύπριε, «τον φραπέ σου»…
∆εν λέω, καλός είναι κι «ο φραπές», καλή και η ξάπλα του καλοκαιρού! Καλή είναι και «η τρέλα της κερκίδας», καλό και το «ξεφάντωµα». Σε θέλω όµως µε την «έγνοια»! Την «έγνοια την καλή», τη «διάφορη» από τις άλλες έγνοιες … «Έγνοια» για τον εαυτό σου, «έγνοια» για τους γύρω σου, «έγνοια» για το βίος σου, τα όνειρα σου, τις ιδέες σου. ∆ε σε θέλω αποχαυνωµένο θεατή. Πολλώ δε µάλλον, δε σε θέλω έρµαιο στα «κελεύσµατα της µόδας» και «στρατιωτάκι» στα «προστάγµατα» µιας ως, επί το πλείστον, χειραγωγούµενης κοινής γνώµης.
∆ε µε νοιάζει τι είσαι ή τι δηλώνεις. Μου κάνεις και δικηγόρος, µου κάνεις και ψαράς. Μου κάνεις και δασκάλα, µου κάνεις και κοµµώτρια, µου κάνεις και χορεύτρια. Σε θέλω µονάχα αυτόνοµη προσωπικότητα: να µην αναµοχλεύεις παρωχηµένη γνώση και να «αναµασάς» ξένη άποψη. Σε θέλω άτοµο µε «ακεραία» τη συνείδηση του πολίτη: µια πατρίδα που σου δώσανε, τόσο δα µικρή, µην την αδικείς έτσι. Μην αφήνεις κανέναν να σου τρώει το βίος, να ορίζει για σένα, χωρίς εσένα. Στάσου λίγο στο ύψος που πρέπει στην αξιοσύνη των προγόνων σου και στην προσδοκία των ονείρων σου. Σε θέλω «αγύρτη» µα και «κοσµοπολίτη». Σε θέλω «σπίθα» και «σπαθί». Σε θέλω «πνεύµα ανήσυχο», ΠΡΩΤΟΠΟΡΟ ΑΓΩΝΙΣΤΗ, ΣΥΝΟ∆ΟΙΠΟΡΟ στη «λεωφόρο του αύριο».
Άντε λοιπόν αδελφέ, τι κάθεσαι;
«Άρον τον φραπέ σου», και «περιπάτει» . . .